Translate

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Eυα Στάμου- Η αλλεργία του Έλληνα στην κριτική

Το μεγαλύτερο κακό που μπορείς να κάνεις σ’ έναν Έλληνα είναι να ασκήσεις κριτική στον ίδιο ή στη δουλειά του. Ο οργανισμός του Έλληνα δεν έχει αναπτύξει αντισώματα στην κριτική, ακόμα κι αν είναι εποικοδομητική, ακόμα κι αν προέρχεται από κάποιον που λόγω θέσης και γνώσεων έχει αναμφίβολα το δικαίωμα ή και την υποχρέωση να διατυπώσει την εξειδικευμένη γνώμη του. Όλα αυτά δεν έχουν καμία σημασία. Αυτό που μετράει είναι τα πληγωμένα αισθήματα και η ‘αδικία’ που έχει υποστεί ο κρινόμενος. Αν δεν ντρεπόταν θα ξέσπαγε σε κλάματα και θα χτύπαγε τα πόδια του στο πάτωμα, όπως όταν ήταν στο νηπιαγωγείο. Ως ενήλικας όμως έχει άλλους, περισσότερο αποδεκτούς τρόπους να αντιδράσει στην κριτική: θυμώνει, αρνείται να αναλάβει οποιαδήποτε ευθύνη, στρέφεται κατά αυτών που τον κρίνουν, απειλεί, καταφεύγει σε θεωρίες συνωμοσίας.
Οι παράγοντες που δημιουργούν αυτό το φαινόμενο είναι πολλοί: κοινωνικοί, οικονομικοί, ιδεολογικοί. Νομίζω όμως ότι το πρόβλημα ξεκινά από τον τρόπο που μεγαλώνουμε. Οι περισσότεροι Έλληνες γονείς δεν καταφέρνουν να δουν τα παιδιά τους ως τις ξεχωριστές οντότητες που είναι. Τα αντιλαμβάνονται αντίθετα σαν την συνέχειά τους, σαν κτήμα τους, σαν το απόλυτο δημιούργημά τους. Τα παιδιά και αργότερα οι έφηβοι δεν αποκτούν σαφή εικόνα για τον εαυτό τους, δεν μαθαίνουν να διαχωρίζουν τις επιθυμίες και τις ανάγκες τους από αυτές των γονιών και αργότερα του συντρόφου, των φίλων, της ομάδας. Συχνά δεν γνωρίζουν τις πραγματικές δυνατότητες ή αντίθετα τις αδυναμίες τους και, το κυριότερο, δεν μαθαίνουν πώς να κάνουν αυθεντικές επιλογές ζωής. Οι περισσότερες πράξεις τους γίνονται τυχαία, χωρίς πρόγραμμα, δίχως αληθινή επιθυμία να τις υποκινεί. Και έτσι συνεχίζουν στην ενήλικη ζωή τους. Με την παραμικρή υποψία κριτικής νιώθουν ότι όλα τα κομμάτια της ταυτότητάς τους, η επαγγελματική, η πολιτική, η εθνική, η σεξουαλική, βρίσκονται υπό συνεχή αμφισβήτηση κι επίθεση, έτοιμα να καταρρεύσουν.
Κι ύστερα καλούμαστε να εντοπίσουμε και να αναλύσουμε τις δικές μας ευθύνες για τη δοκιμασία της Ελλάδας και να αποφασίσουμε τι φταίει για όλα αυτά. Όσο κι αν αγωνιζόμαστε να προσδιορίσουμε τα χαρακτηριστικά του Έλληνα πολίτη ή της ελληνικής ‘φυλής’ και να βρούμε μια άκρη, δεν τα καταφέρνουμε.
Οι αρνητικές ταμπέλες που πολλές φορές αυθαίρετα και απλόχερα μάς μοιράζει ο ξένος τύπος είναι μέρος του προβλήματος. Αν και οι περισσότεροι Έλληνες ισχυρίζονται ότι όσα οι ξένοι τους καταλογίζουν δεν ισχύουν παρά για ένα μικρό τμήμα της κοινωνίας, ότι αποτελούν δηλαδή μια γενικευμένη υπερβολή, όλοι οι πολίτες αυτής της χώρας παραδέχονται ότι δεν καταφέρνουν να συνεργαστούν μεταξύ τους, ότι δεν είναι ευέλικτοι, ότι δεν καταφέρνουν να παράξουν και να δημιουργήσουν ακόμα κι όταν δουλεύουν πολλές ώρες. Μόνο που δεν ξέρουν το γιατί.
Όταν δεν γνωρίζεις πώς να περιγράψεις τον ίδιο σου τον εαυτό, να εξηγήσεις και να υποστηρίξεις τις δικές σου επιλογές, δεν υπάρχει περίπτωση να κατανοήσεις πώς λειτουργεί μία ομάδα ανθρώπων που σου μοιάζουν.
Γιατί η ανάληψη ευθυνών, η ώριμη δράση και η αυτογνωσία αρχίζει από τη μονάδα και προχωρά στο σύνολο. Αν ο καθένας από εμάς δεν νιώσει υπεύθυνος για το ‘σενάριο’ της ζωής του, ποτέ δεν θα καταφέρουμε να αλλάξουμε το εθνικό σενάριο που εκτυλίσσεται στις μέρες μας.


πηγή:protagon

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

Δακτυλοθέατρο σκιών

Δείτε αυτό το υπέροχο δακτυλοθέατρο σκιών!!!

http://www.youtube.com/embed/ryFQFzN6AMk?hd=1

Τα καλύτερα παιδικά βιβλία του 2011

Δόθηκαν τα Κρατικά Βραβεία Παιδικού Βιβλίου για το 2011, από την Διεύθυνση Γραμμάτων της Γενικής Διεύθυνσης Σύγχρονου Πολιτισμού. Η Επιτροπή Κρατικών Βραβείων κατέληξε στα καλύτερα, από έναν μακροσκελή κατάλογο με εξαίσια βιβλία.

Η λογοτεχνία και ειδικά το παιδικό βιβλίο αντέχει και συνεχίζει να κρατάει την καλύτερη παρέα στους μικρούς βιβλιόφιλους, οι οποίοι αποτελούν την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον.

Η λίστα με τους νικητές:

Βραβείο Παιδικού Λογοτεχνικού Βιβλίου

Στον Χρήστο Μπουλώτη, για το έργο «Τα πολύτιμα σκουπίδια του κυρίου Νο». (εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα»)

«Στο βιβλίο αυτό με την αφηγηματική τεχνική του μαγικού ρεαλισμού που συναιρεί το καθημερινό με το θαυμαστό, με γρήγορη αφήγηση πολλές φορές ανατρεπτική, με φαντασία και με χιούμορ θίγονται καίρια κοινωνικά προβλήματα και καταστάσεις της σύγχρονης ζωής, όπως είναι η οικολογία, ο καταναλωτισμός και η φθορά», αναφερόταν στην έκθεση της Επιτροπής.

Βραβείο Εφηβικού-Νεανικού Λογοτεχνικού Βιβλίου

Στη Μαρία Παπαγιάννη, για το έργο «Το δέντρο το μονάχο». (εκδόσεις Πατάκη)

«Πρόκειται για ένα κοινωνικό και ταυτόχρονα ψυχολογικό μυθιστόρημα το οποίο αξιοποιεί ένα θέμα γνωστό στο εφηβικό μυθιστόρημα, τον άλλο, τον διαφορετικό, εντάσσοντάς τον όμως σε μια καινούργια, πρωτότυπη οπτική: ο άλλος στο βιβλίο της Παπαγιάννη είναι η περιθωριοποιημένη τρελή του χωριού, η μάγισσα όπως την αποκαλούν»

Βραβείο Εικονογραφημένου Παιδικού Βιβλίου

Στην εικονογράφο Μυρτώ Δεληβοριά και το συγγραφέα Αντώνη Παπαθεοδούλου, για το έργο «Η πόλη που έδιωξε τον πόλεμο». (εκδόσεις Πατάκη)

«Εξαιρετικό κείμενο και ως προς την ιδέα αλλά και ως προς τον τρόπο ανάπτυξης του, με γραφή άμεση, σημερινή, γεμάτη ιδέες, που έχει ροή, χιούμορ και φαντασία και αποφεύγει «εύκολα» και κοινότυπα μονοπάτια»

Βραβείο Βιβλίου Γνώσεων για παιδιά

Στην Αλκηστη Χαλικιά, για το έργο «Στο πάρκο με τα ζώα». (εκδόσεις Καλειδοσκόπιο)

«Το βιβλίο στοχεύει στην εξοικείωση των παιδιών-αναγνωστών με έργα ελλήνων ζωγράφων και γενικότερα, ελλήνων εικαστικών, τα οποία έχουν θέμα τα ζώα. Η επιτροπή συμφώνησε ότι το συγκεκριμένο βιβλίο εκφράζει μία νέα, πρωτότυπη αντίληψη σε σχέση με τα βιβλία γνώσεων που αφορούν τις εικαστικές τέχνες»

πηγή:

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

EΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ-Διάλογοι: Η θεατρική παιδεία στην Ελλάδα σήμερα

Η θεατρική παιδεία στην Ελλάδα σήμερα, η τρίτη προγραμματισμένη συζήτηση του κύκλου «Διάλογοι», θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου στις 18:00 στην Αίθουσα Εκδηλώσεων.

Συμμετέχουν με ομιλίες και παρεμβάσεις οι: Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης, Βίκτωρ Αρδίττης, Παναγιώτα Βεάκη, Πέμυ Ζούνη, Νέλλη Καρρά, Στάθης Λιβαθινός, Μιχαήλ Μαρμαρινός, Δημήτρης Παπαγιάνης Νικηφόρος Παπανδρέου, Ευδόκιμος Τσολακίδης, Δήμητρα Χατούπη, Διαγόρας Χρονόπουλος

Την επιμέλεια και το συντονισμό των «Διαλόγων» έχει ο Καθηγητής του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών Πλάτων Μαυρομούστακος.

Η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη.

Ακολουθεί:

4/4/2012

Τι είναι η πατρίδα μας; Απολογισμός / συζήτηση, με αφορμή τις παραστάσεις της χρονιάς

πηγή:Eθνικό Θέατρο

Β’ Θεατρολογικό συνέδριο

Το Β’ Θεατρολογικό συνέδριο του Πανελλήνιου Επιστημονικού Συλλόγου Θεατρολόγων (Π.Ε.ΣΥ.Θ.) με θέμα «Μετανάστες και πρόσφυγες στη σύγχρονη δραματουργία και τη σκηνική πράξη» θα πραγματοποιηθεί στις 28, 29, 30, 31 Μαρτίου 2012 στο Ινστιτούτο Γκαίτε. Στόχος του συνεδρίου είναι να εξετάσει το φαινόμενο της μετανάστευσης/ στη χώρα μας (ως τόπος προέλευσης και υποδοχής μεταναστών) και παγκόσμια, αλλά και να αναδείξει τη σχέση μεταξύ του –πάντα επίκαιρου και φλέγοντος– θέματος της μετανάστευσης/προσφυγιάς και του ρόλου του θεάτρου, ως μέσου καλλιτεχνικής έκφρασης αλλά και κοινωνικής παρέμβασης. Στο συνέδριο θα συμμετάσχουν θεατρολόγοι-μέλη του Συλλόγου, αλλά και ακαδημαϊκοί των ελληνικών τμημάτων θεατρολογίας και του εξωτερικού, εκπαιδευτικοί και κοινωνιολόγοι. Η προσέγγιση του θέματος θα γίνει τόσο από ερευνητική/ακαδημαϊκή άποψη όσο και από κοινωνική & πρακτική πλευρά, η οποία θα εστιάσει περισσότερο στην υπαρκτή κατάσταση στην Ελλάδα και θα διερευνήσει θέματα όπως ο ρόλος της θεατρικής αγωγής/εκπαίδευσης στην ένταξη των μεταναστών/ προσφύγων, ο ρόλος των διαφόρων κοινωνικών/ καλλιτεχνικών/ κρατικών φορέων κ.ά. Παράλληλα, το συνέδριο θα πλαισιωθεί από παραστάσεις και προβολές ντοκιμαντέρ τις ημέρες του συνεδρίου και με βιωματικά εργαστήρια τα οποία θα πραγματοποιηθούν στο χώρο του Π.Ε.ΣΥ.Θ. (Κουμουνδούρου 25)

πηγή:pesyth

Μπορείτε να επικοινωνήσετε με τον Πανελλήνιο Επιστημονικό Σύλλογο Θεατρολόγων
ταχυδρομικά στη διεύθυνση:
Πανελλήνιος Επιστημονικός Σύλλογος Θεατρολόγων
Κουμουνδούρου 25, 104 37, Αθήνα

(ΠΡΟΣΟΧΗ: ΟΧΙ συστημένη αποστολή)

τηλεφωνικά ή με φαξ στον αριθμό: +30 210 5229990
ηλεκτρονικά στέλνοντας e-mail στην παρακάτω διεύθυνση:

Ο Π.Ε.ΣΥ.Θ. είναι ανοιχτός για τα μέλη και τους φίλους του
Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή, 17:00- 21:00
Υπεύθυνος Γραμματείας: Νεόφυτος Παναγιώτου

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

XΡΗΣΤΟΣ ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟΣ-«Φακός στο στόμα - Ένα χρονικό για την Αθήνα»

Αγαπητοί φίλοι,

το ιστολόγιο varelaki προ-δημοσιεύει ένα απόσπασμα
από το νέο βιβλίο του συγγραφέα Χρήστου Χρυσόπουλου .
Το βιβλίο φέρει τον τίτλο :

«Φακός στο στόμα - Ένα χρονικό για την Αθήνα»
και κυκλοφορεί προσεχώς από τις εκδόσεις Πόλις.


Aπόσπασμα σελ. 106-109
[.]
Η ευεργετικότητα της Αθήνας είναι ταυτόσημη με την αρρώστια της: υπονομεύει διαρκώς την «αφήγηση» που φτιάχνουμε γι' αυτήν. Υπερβαίνοντας τις όποιες γενικεύσεις κατασκευάζει η εμπειρία, η καθημερινότητα εδώ έχει ένα είδος παράλογης διαστροφής που, σαν υποψία, παραμένει μόνο λίγα εκατοστά κάτω από την επιφάνεια της αντίληψης. Κατ' αυτόν τον τρόπο, όσοι ζούμε εδώ συμμεριζόμαστε, αλλά δεν πειθαρχούμε σε αυτό που κατά βάθος γνωρίζουμε για τους εαυτούς μας.
Ακόμα κι αυτό, όμως, δεν γίνεται ποτέ κανόνας.
Οι πόλεις είναι περίπλοκες οντότητες. Εκατομμύρια άνθρωποι, χιλιόμετρα επιστρώσεων από σκυρόδεμα και άσφαλτο, υπόνομοι και πολυκατοικίες, η άγνωστη οικολογία των περιστεριών, όλα μεταμορφώνονται σε έναν τεράστιο, χαοτικό, ζωντανό οργανισμό σε παροξυσμό: θόρυβος, γκράφιτι, κυκλοφορία, έγκλημα, αστικές ταραχές, πάρκα, ζώνες εγκατάλειψης και συγκεκριμένες ώρες όταν όλα ερημώνουν.
Ο διαβάτης γνωρίζει ότι δεν υπάρχει μόνο μία πόλη.
Ο διαβάτης γνωρίζει πάντα το μυαλό του πλήθους. Διαισθάνεται τα αδιόρατα κενά μεταξύ των συνοικιών. Ξέρει πότε ακριβώς ο χρόνος πυκνώνει τη νύχτα, όπως ένα παχύ σιρόπι που κυλά αργά ώς το πρωί. Ξέρει τι θα συμβεί αν χτυπήσει τη μικρή πράσινη πόρτα στην οδό Ακαδημίας. Διαβάζει τα ονόματα πίσω από τις γραφές στους τοίχους. Μπορεί να σε οδηγήσει κατευθείαν σε ένα προστατευμένο δρομάκι. Ο διαβάτης δεν θα μπορούσε ποτέ να πάει τη νύχτα σε κάποιες γειτονιές. Πολλές φορές, ο διαβάτης μοιάζει με μάντη, αλλά δεν γνωρίζει το μέλλον, ούτε έχει προφητικές ικανότητες. Μόνο αντιλαμβάνεται νωρίς κάποια σημάδια λίγο πριν εκδηλωθούν κι έτσι φαίνεται ότι διαλέγει από τύχη πάντοτε την κατάλληλη διαδρομή.
Τι μπορείς να κάνεις περπατώντας σε μια πόλη;
Η πόλη διαισθάνεται τη δυσαρέσκειά σου και αντιδρά. Βάζει μπροστά σου μια λακκούβα για να σκοντάψεις, σκηνοθετεί το δάγκωμα ενός σκυλιού, μια ύπουλη μαχαιριά, ένα αυτοκινητικό ατύχημα. Είναι εύκολο να πέσεις θύμα της πόλης, αρκεί να βρεθείς στο σωστό μέρος τη λάθος στιγμή.
Ένας διαβάτης μπορεί να συντονιστεί πραγματικά μόνο με μία πόλη. Εντούτοις, θα μπορέσει να «διαβάσει» οποιαδήποτε πόλη, έστω και με τον χάρτη της δικής του.
Ο διαβάτης μελετά την πόλη για ώρες. Η μέθοδος μπορεί να είναι οποιαδήποτε, από το περπάτημα στα σοκάκια, μέχρι την απομνημόνευση των διαθέσιμων δημόσιων καθισμάτων, την παθητική παρατήρηση του πλήθους, την αναζήτηση των χρωμάτων...
Ο διαβάτης ενίοτε παρεμβαίνει στην πόλη με δραστικό τρόπο: μπλοκάρει μια διασταύρωση με το σώμα του, προκαλεί ταραχή με μια απότομη κραυγή, οργανώνει μια υπαίθρια συνάθροιση. Εναλλακτικά, υιοθετεί ένα μέρος της πόλης που έχει το όνομά του: έναν δρόμο, μια πλατεία, μια στοά.
Το ένστικτο του διαβάτη είναι τελείως ανίσχυρο έξω από την πόλη, αλλά επανέρχεται αμέσως μόλις εκείνος επιστρέψει σε αυτήν. Όταν βρεθεί μακριά από την πόλη, ο διαβάτης αισθάνεται άβολα. Στην αρχή όλα είναι ανησυχητικά. Στη συνέχεια, γίνονται δυσάρεστα. Τελικά καταλήγουν αφόρητα.
Ο διαβάτης έχει ανάγκη την πόλη του! Η δύναμη της συνήθειας τον κυβερνά.
Ο διαβάτης μπορεί να βρει ένα πειστικό ψέμα για οποιοδήποτε γεγονός συμβαίνει στην πόλη, αλλά όχι για μεμονωμένους ανθρώπους. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να διαπιστώσει ποιο ποσοστό του πληθυσμού θα υποστήριζε για δήμαρχο έναν δημοφιλή ηθοποιό ή ποια συμμορία ελέγχει την περιοχή ανάμεσα στην Ομόνοια και την πλατεία Βάθης, αλλά δεν θα μπορούσε ποτέ να μετρήσει πόσοι άστεγοι κοιμούνται στους δρόμους μια ορισμένη στιγμή.[.]

O Χρήστος Χρυσόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1968. Είναι πεζογράφος και δοκιμιογράφος. Έχει τιμηθεί με το βραβείο Αφηγηματικού Πεζού Λόγου της Ακαδημίας Αθηνών (2008). Μεταφράζει από τα αγγλικά. Έχει φιλοξενηθεί σε κέντρα συγγραφέων και έχει δώσει διαλέξεις στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Είναι Writing Fellow στο International Writer's Program του Πανεπιστημίου της Αϊόβα και μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Πολιτισμού (European Cultural Parliament - ECP). Η ιστοσελίδα του είναι: www.chrissopoulos.blogspot.com

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Σωτήρης Σελαβής, «Περί Ποίησης» (Δοκίμιο, 2005)


Ενίοτε υπάρχει μια αυτόματη γραφή, θα έλεγα καλύτερα μια μηχανική κα­τα­γρα­φή στίχων που λες και υπαγορεύονται. Σαν μια αναπόφευκτη και βίαιη ε­ξαγωγή πρώ­της ύλης, που μπορεί να δώσει το ποίημα, μπορεί και να μην δώσει τί­ποτε. Μπορεί να δώσει στίχους ή θραύσματα στίχων, μπορεί και μόνον μια λέ­ξη, που αργότερα θα γίνει ποί­ημα. Ουσιαστικά το ποίημα εκδηλώνεται ή ακριβέστερα εκδηλώνει την κυοφορία του. Α­κό­μη κι αν η πρώτη απόπειρα εγγράφεται με ήρεμο και προμελετημένο χέρι, δεν παύει να είναι ή πρώτη, όσο κι αν η τελική βρί­σκε­ται κάποτε σε απόσταση αναπνοής. Γι' αυτό, κι ας με γοήτευε ο υπερρεαλισμός, ί­σως κι επειδή οι ζωγραφικές καταβολές μου ανακά­λυ­ψαν σε αυτόν ψήγματα μιας α­νεξέλεγκτης εικονογραφίας, η αυτόματη γραφή του δεν μου αρκούσε ως λογική τε­λικού προϊόντος. Μάλλον βρίσκομαι κοντύτερα στη ρήση του Βα­λε­ρύ, πώς το ποί­ημα δεν τελειώνει ποτέ. Η όποια ορμητική καταρροή στίχων στο χαρτί μπο­ρεί να είναι αποτέλεσμα εκλάμψεων, αλλά μπορεί και να είναι αντανακλαστι­κή αντίδραση, ενδεικτική ενός ψυχισμού, όπως ενός άλλου η αντίδραση, στον εκνευ­ρι­σμό ας πούμε, είναι να γρονθοκοπήσει τον τοίχο.

Νομίζω πως ανακάλυψα την ποίηση, ως αναγνώστης, μέσα από μια κά­πως πα­ρω­χη­μένη ρομαντική αντίληψη γι' αυτήν: η ποίηση ως αποκάλυψη του κό­σμου, και οι ποι­η­τές ως πρεσβευτές αλήθειας πάνω από τον γκρεμό των μυ­στη­ρίων. Αλλά ό,τι σε γο­η­τεύει γίνεται οδηγός σου, και δεν άργησα να δια­σταυ­ρω­θώ με τον ανανεωτή Μπωντ­λαίρ, που στράγγιξε την παρατήρηση, με τον πυ­ρο­τεχνουργό Ρεμπώ και, φυσικά, τον Μαλ­λαρ­μέ, ο οποίος και παρέδωσε καθαρή την ποίηση στον Βαλερύ. Κάθε ανάγνωση, α­κό­μη και του ίδιου έργου, είναι και μια διαφορετική γωνία θέασης-πρόσληψης του κειμένου. Κι αν στη ζωή ισχύει το κατά Ρίλκε «μαθαίνω να βλέπω», η τέχνη, ως ο καλύτερος μα­θη­τής της (Ό­σκαρ Ουάιλντ), συγκατανεύει. Τελικά, ρομαντικότητα είναι δεν παρά η αίσ­θη­ση μιας τραυματισμένης ομορφιάς που νοσταλγεί το αύριο της. Μια αίσθηση που ε­νυ­­πάρ­χει τόσο σε ένα ποίημα αγγλικού ή γερμανικού ρομαντισμού, όσο στο He wishes for the Clothes of Heaven του Γέητς ή στο La belle dame sans merci του Μοντάλε ή στο Μο­νόγραμμα του Ελύτη. Όπως λυρικό μπορεί να είναι ε­ξί­σου ένα σονέτο του Καβαλ­κά­ντι, οι Τρεις αναμνήσεις από τον ουρανό του Ρα­φα­έλ Αλμπέρτι και οι Επιθυμίες του Κα­βά­φη, ασχέτως αν ο παραδοσιακός λυ­ρι­σμός μεταλλάσσεται ή και γειώνεται, όπως συμ­­βαίνει στον Έλληνα δημιουργό ή στον αγγλοσαξονικό μοντερνισμό. Και, μια και γίνε­ται λόγος, περισσότερο από τον Έλιοτ προτιμώ τον Πάουντ, τον Στήβενς, τον κάμμιν­γκς. Επί τροχάδην και ά­ρα ελλιπώς, διακρίνω επίσης τη δική μας γενιά του '30, τον Κα­ρούζο (ε­πι­λε­κτικά), τον Παπαδίτσα της πρώτης περιόδου, την πρώτη Δημουλά, τον Ασλά­νο­γλου. Τη μεγάλη ιταλική ποίηση του εικοστού αιώνα ως τον Βαλέριο Μα­γκρέλ­λι. Τον Ζαμπές, παρά τα ελάχιστα μεταφράσματα στη γλώσσα μας, τη διά­τρη­τη γραφή ακρι­βεί­ας του Τσέλαν. Το Βιβλίο της ανησυχίας του Μπερνάρντο Σο­ά­ρες, αλλά και τους υ­πό­λοιπους ετερώνυμους του Πεσσόα [...]

Η ποίηση είναι, πάνω από όλα, μια υψηλή απόλαυση. Στις μέρες μας, βέ­βαια, σπα­νιότατα αναζητά κανείς στην ποίηση τη συγκίνηση. Το ρόλο αυτό φαί­νε­ται να τον έ­χει αναλάβει εξολοκλήρου το μυθιστόρημα, αλλά ένα μυθιστόρημα ως υποκατάστατο τη­λε­ο­πτικού σίριαλ. Κανείς δεν διατείνεται ότι η ποίηση μπορεί να έχει την αποδοχή ε­νός reality, ούτε και αποτελεί επιδίωξή της, αλλά η μοναξιά της είναι πρωτοφανής. Εκδίδεις βι­­­βλίο και είναι σαν να μην συμβαίνει τίποτα, και για σένα, αφότου συνέλθεις όντας δαφ­νο­στεφής, και για τους κριτικούς, που λες και προχωρούν σε ναρκοπέδιο. Οι αναγνώ­στες φυσικά υπάρχουν, αλλά μοι­ά­ζουν αποστασιοποιημένοι ή κρυμμένοι πίσω από κατακτημένα λογοτεχνικά γού­στα. Καμιά φορά έχω την αίσθηση πως το εκδοτικό σύ­στη­μα δεν είναι παρά μια απέραντη γραφειοκρατία θυρωρών και οι θιασώτες της ποίη­σης ένα γκέτο με­τρι­ό­τατων παραγωγών κειμένων μέσα στην ούτως ή άλλως απαξίωση του πνευ­μα­τι­κού γίγνεσθαι. Ίσως το μοναδικό κοινό της σύγχρονης ποίησης να είναι οι δη­μι­ουργοί και μελετητές της, οι οποίοι έχοντας εξασφαλισμένο ένα κάποιο πο­λι­τι­στι­κό sta­tus symbol, στρογγυλοκάθονται αναμοχλεύοντας στάσιμα νερά. Πώς τό­τε να αδι­κή­σεις τους αναγνώστες; Υπάρχουν φυσικά εξαιρέσεις και από την πλευ­ρά της δημιουρ­γί­ας και από την πλευρά της προώθησης, άνθρωποι που πι­στεύ­ουν στη λογοτεχνία. Πί­στη: μια λέξη-κλειδί στην μεταμοντέρνα απουσία των πάντων;

Δεν είμαι ούτε θεωρητικός της λογοτεχνίας ούτε δόκιμος δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Με την ανασφάλεια της έκθεσής τους, καταχωρίζω ορισμένες σκέψεις μου γύρω από την ποιητική δημιουργία, όπως την αντιλαμβάνομαι λίγο πριν κλεί­σω τα είκοσι οχτώ μου χρό­νια. Σκέφτομαι πως η σύγχρονη ποίηση, ίσως ε­πειδή εξήντλησε τον όρο δυσνόητη, ί­σως επειδή παιδεία πλέον νοείται η προ­σαρ­μο­στικότητα στις ραγδαίας απήχησης τε­χνο­λογίες επικοινωνίας, έχασε την α­με­σό­τητα της. Έπειτα, όλες αυτές θεωρίες έγιναν τόσο αδηφάγες, που τελικά την κα­τατρόπωσαν. Όταν η ποίηση ανεβαίνει τα σκαλοπά­τι­α της ακαδημίας, θυμίζει νύφη που εγκαταλείπει για πάντα το δωμάτιό της προς χά­ριν του συζυγικού με το διπλό κρεβάτι και τα κομοδίνα. Αυτό είναι και καλό και κα­κό. Εγώ θα στα­θώ σε αυτό που χάνεται, γιατί ποίηση σήμερα, περισσότερο από ποτέ, εί­ναι αυτό που χάνεται. Μπορεί πράγματι να μην έχουμε πια τίποτα άλλο, παρά μονά­χα την απουσία του Θεού (Τζώρτζ Στάινερ)[5], αλλά ακόμη και σήμερα «στον θεό αρέ­σουν τα κοριτσάκια και το αύριο και η γη»[6], επειδή έτσι το θέλησε ο κάμμινγκς το 1958, και επει­­δή η μεγάλη ποίηση κάνει θρύψαλα κάθε προγραμματική δήλωση, κά­θε επιτη­δευ­μένη βεβαιότητα. Μέσα από το βίωμα της καθολικής απώλειας, φαί­νεται πως η ποίηση θα ξα­νανιώσει υπερβατικά, αφού ο κόσμος είναι ένα my­ste­rium tremendum, στο βαθ­μό που τα πράγματα παραμένουν ακαταμέτρητα, α­νερμήνευτα. Τι χρώμα έχει η ελ­πί­δα; Πώς αγ­γ­­ί­ζει η νοσταλγία; Μπορείς να ονειρευτείς μια ποίηση που επιτέλους θα α­να­και­νίσει τις αισθήσεις; Που θα σε μα­θαί­νει να βλέπεις, να ακούς, να μυρίζεις, να αγγί­ζεις; Να δια­­­­­σώ­ζεις το σώμα σου; Αν ναι, αυτός θα είναι ο ρόλος της. Γιατί η ποίηση εί­ναι αποστολή. Έτσι ήταν και έτσι θα είναι.

[1] Το καταγράφω από μνήμης, δεν θυμάμαι τον μεταφραστή.
[2] Όπως παραπάνω.
[3] Alfonso Berardinelli, «Ποίηση: δεν πρόκειται, ακριβώς, για παιδικό σταθμό», μτφρ. Σωτήρης Παστά­κας, Ποίηση, τχ. 7, άνοιξη-καλοκαίρι 1996.
[4] Μτφρ. Γιώργος Μπλάνας.
[5] George Steiner, «Πραγματικές παρουσίες», μτφρ. Κατερίνα Σχινά, Ποίηση, τχ. 17, άνοιξη-καλοκαίρ 2001.
[6] e.e.cummings, 33x3x33, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός, Νεφέλη, Αθήνα 2004.

(Πρώτη δημοσιεύση: «Αφιέρωμα στη Νεότερη Ελληνική Ποίηση», Ποίηση, τχ. 25, άνοιξη-καλοκαίρι 2005, σ.174-178)

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

ΕΚΤΩΡ ΠΑΝΤΑΖΗΣ /// ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ









΄Ατυπο ποίημα



Χρονοτριβείς στη φθορά σαν αφθαρσία της
μια θανατομορφή πριν να είναι

η πιο φρικτή απουσία
είναι η δική σου
Μια φορά στο ποτέ πια
πρώτο μυστήριο ο θάνατος
η πιο φρικτή απουσία είναι η δική σου
Υπάρχεις για πάντα δεν
το πρώτο μυστήριο ο θάνατος
το δεν, υπάρχω
και πας
για πάντα
σφήνα στα σκαριά
επί σαράντα
Υπάρχεις για πάντα δεν

σφαγάρι
αλλαγές στο πετσί
και μετά κόκαλο
άτυπο ποίημα


*****


Επιτύμβιο



Εδώ θα μείνω επακριβώς
por los siglos de los siglos
με χρόνους κορωνίδα
στο αμάραντο της φωτογραφίας πένθος
γηρανθείς στα καφενεία μέσα
έκτακτα με φώτισαν ήλιοι απογεύματος
και εν ηδονή πλήθος έφηβοι μορφαί μ επλάνησαν

Τώρα εν γηραιά δήγματι χρόνου ναρκωθείς
τεταριχεύομαι φαραωνική τη πόλει
φερωνύμου Αλεξάνδρου μεγίστου του παλαιοτάτου
Εγώ Κωνσταντίνος Π. από τούδε τήδε αποικίσας άρτι

Αποκλεισμένος στην κάσσα ο εν βιβλίω αθανατούμενος


*******



Εφόδιο άσμα



Μόνο λευκό βλέπει το μάτι
μαύρα μου χελιδόνια από κάτω σαν βαμπάκι
γιατί μαυρίζετε
τα λεία φτερά τα ψαλίδια
χελιδόνες σταυροί μαύροι χελιδόνες άσπροι σταυροί
κόβουνε άγρια τα μελτέμια με τα σπαθιά φτερά
άλλα σπαθιά στα χέρια αντιλαλούν ψαλμουδιές
νερά λαλούμενα άνοιξη κεχαριτωμένη
μέλισσες άνθη λούζονται
δροσολογούνται χείλη φωτεινά κοριτσιών σαν χάραμα
Σιδηρός ο ανεμοδείχτης στο γαλανό υψώνεται καμπαναριού
άνεμος παραχαράκτης αυτός ο μέγας χαμός στα μαλλιά σου
Στου αίματος τα πορφυρά
χύνονται δάκρυα
βίου απόδειξη ακριβή
μας άφησε διαθήκη διάσημος για το θανατό του
Μειδιάματα φωτοχυσία παιχνίδια χίλια
χελιδόνες σε τρελό χορό βουτάν χάνονται
λεία φτερά ψαλίδια κόβουν μελτέμια άγρια
μαύρα μου χελιδόνια από κάτω σαν βαμπάκι
γιατί μαυρίζετε
Μόνο λευκό βλέπει το μάτι

*Η φωτο είναι παρμένη από το :https://toparathyro.com/2012/05/20/%CE%AD%CE%BA%CF%84%CF%89%CF%81-%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B6%CE%AE%CF%82-%CE%B4%CF%85%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%AD-%CF%83%CE%B5-%CE%AD%CE%BD%CE%B1/

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ- ΠΟΙΗΣΗ

απόσπασμα από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή Μικρή Διαθήκη


Σου επιτράπηκε να περάσεις την λαξευμένη με άστρα πύλη
ο ψίθυρος σου πνίγει τα ουρλιαχτά, οι παλιές υποσχέσεις συμφιλιώνονται στους λειμώνες της κατανόησης για να τυλιχθεί η φωνή σου μια για πάντα στο χάρτινο μου παλάτι:
οξυδερκής αυτός που παραστέκεται στη σιωπή που κρύβουν
οι εκπληρωμένες του πράξεις.
Στο μαυσωλείο των ονείρων.
Θα έρθω στον ύπνο σου και θα σε στολίσω με το χρυσάφι που για μένα ξόδεψες.
Εκείνο το βράδυ, θυμάσαι; επιστρέφοντας άκουσες το δοχείο
να σπάει που όλο αυτό τον καιρό φύλασσες με τόση προσοχή
σταγόνα, σταγόνα, να συλλέγεις το μέλλον μας.
Σε έσυραν με βία, το κελί έβλεπε μόνο από ένα μικρό παράθυρο: έγινες τόσο επινοητική που τελικά μπορούσες από αυτή την κάθετη σχισμή να επιστρέφεις στο πέλαγος
αναγνωρίζοντας με ευκολία τους κηπουρούς του βυθού τα δελφίνια που κάλπαζαν πίσω σου, και των ματιών σου τα δάκρυα με γαλήνη εξάγνιζαν.
Δεν γίνεται να τελειώσει κάποιος τόσο εύκολα, δεν γίνεται να χτίζεις για αιώνες τείχη, αγνοώντας στο βάθος του χρόνου τη δύναμη της αγάπης, που σμικρύνει τα επιτεύγματα και ισοπεδώνει τις προσπάθειες
που ενώ εσύ λες σκοτάδι εκείνη αντεκδικείται με φως και πείθεσαι για το αιώνιο αποτέλεσμα.
Λένε πως όποιος έφτασε τα όρια έχει και την πιθανότητα να τα ξεπεράσει.
Βρίσκοντας ξανά τα χαμένα του φτερά και την λαλιά των αγγέλων τολμώντας να δαμάσει το άπειρο.
Το άπειρο που ονειρεύτηκες και που μαζί του ταυτίστηκες.

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΥΡΑΤΗΣ Διπλή Παγίδα

Αργότερα το κατάλαβε. Στην αρχή μέθυσε από τα αισθήματά του και φέρθηκε σαν κάθε ερωτευμένος. Για δυο μέρες κατοικούσε στον παράδεισο.

Τον συνάντησα τυχαία σ’ ένα καφέ στα Εξάρχεια και μου τα είπε όλα. Ήταν συντριμμένος γιατί ένιωθε προδομένος. Και προδομένος όχι από Εκείνην, αλλά από την ίδια την καρδιά του.

Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Ο φίλος μου είναι ποιητής, και ερωτεύεται με το δικό του, ποιητικό τρόπο. Δηλαδή, διαφορετικά απ’ ό,τι ερωτευόμαστε εμείς οι υπόλοιποι … Γνωρίστηκαν μέσα από το face book. Αυτό σε κάποιους μπορεί να μη φαίνεται σοβαρό με πρώτη ματιά, αλλά παντού υπάρχουν ψυχές και κάπως πρέπει να τις συναντήσεις. Όχι, βέβαια, ότι απασχολούν τέτοιες λεπτομέρειες την ψυχή ενός ποιητή!

Στην αρχή σχολίασε μια φωτογραφία της, ίδια η προσωπογραφία της θλίψης ήταν. Έτσι άρχισε η γνωριμία. Το θλιμμένο της βλέμμα τον άρπαξε και τον αιχμαλώτισε να παρακολουθεί τη δράση της. Ύστερα από δεκαπέντε μέρες αρχίζει και η πραγματική ιστορία τους. Αυτός χάζευε τις μουσικές και άλλες ανακοινώσεις των φίλων του, όταν άνοιξε το παραθυράκι τής συνομιλίας και του έστειλε την καλησπέρα της. Δυόμιση ώρες μιλούσαν, και ο φίλος μου ένιωθε υπέροχα. Τον άγγιζε ο λόγος και το χιούμορ της, οι έξυπνες παρατηρήσεις, έως και ο κάποιος θαυμασμός της προς το πρόσωπό του. Όλα έμοιαζαν τέλεια.

«Ακόμα κι αν παίζεις μαζί μου», της έγραψε, «εμένα δε με πειράζει. Εσύ έχεις κάθε δικαίωμα να το κάνεις, αλλά εγώ νιώθω ωραία που μιλάμε».

Εκείνη σοβάρεψε. «Νομίζεις ότι παίζω;» έγραψε. Πριν εκείνος προλάβει να πει κάτι, εμφανίστηκε ο αριθμός του κινητού της στην οθόνη. «Πάρε με σε δέκα λεπτά», έγραψε.

Την πήρε σε είκοσι… Ακολούθησε ένα μισάωρο μαγείας. Η φωνή της ήταν όπως ακριβώς τη φανταζόταν… Πλέον ήταν χαμένος, την είχε ερωτευθεί! Δεν της το είπε αμέσως, κι εγώ απορώ πώς αυτός συγκρατήθηκε. Το βράδυ ο ουρανός του είχε αποκτήσει άλλο φως.

Την άλλη μέρα, το μεσημέρι, μίλησαν πάλι αρκετά στο fb. «Τι είμαι για σένα;» τον ρώτησε κάποια στιγμή. Μόλις της έγραψε «είσαι η μούσα που με εμπνέει», χάλασε το ρούτερ του και κόπηκε η επικοινωνία. Της έστειλε μήνυμα στο κινητό, και καταριόταν την τύχη του. Αλλά το μηχάνημα είχε αναλαμπές, και κάθε 1-2 ώρες δούλευε για πέντε λεπτά. Κατά τις 5 το απόγευμα είδε ένα μήνυμά της στο fb και το άνοιξε. Μόλις το διάβασε, κόπηκε πάλι η σύνδεση, αλλά χτύπησε το κινητό. Ήταν Εκείνη… Του μίλησε για το κείμενο που του έστειλε, και αυτός δεν της φανέρωσε ότι το είχε μπροστά του· ήθελε να την ακούει να του λέει με τη φωνή της αυτά που ευτυχής διάβαζε. «Είτε είναι για κάποιο λόγο, είτε για κάποιο χρόνο, είτε για μια ζωή, χαίρομαι που σου μιλάω…», έτσι τέλειωνε το κείμενό της.

Και τι δεν είπαν! Μεταξύ των άλλων, της πρότεινε μια εβδομάδα διακοπές στο Παρίσι. «Εμένα να μη μου τάζεις κάτι, αν δεν πρόκειται να το κάνεις…», ήταν η απάντησή της. Αυτός, φυσικά, ήταν πρόθυμος να την πάει ακόμα κι εκεί που δεν επρόκειτο ποτέ να ταξιδέψει ο ίδιος. Για το βράδυ της Παρασκευής που ήταν, Εκείνη είπε πως είχε κάτι υποχρεώσεις και δεν την πίεσε για συνάντηση.

Το βράδυ ήρθε, και Εκείνη τον πήρε τηλέφωνο για να τον ενημερώσει ότι δε θα πήγαινε στις υποχρεώσεις της. Έτσι, λοιπόν, συναντήθηκαν. Τον περίμενε στο αυτοκίνητό της, μια και αυτός δεν είχε αυτοκίνητο εκείνη την εποχή. Μπήκε μέσα. Κάποιες στιγμές αμηχανίας, ένα χαμόγελο αρχικά, ο ασπασμός στα μάγουλα ύστερα… Τότε την κοίταξε στιγμιαία στα μάτια και άφησε ένα γρήγορο, τρυφερό φιλί στα χείλη της. Πιο πολύ σαν χαιρετισμός, παρά σαν πρόταση. Εκείνη δεν αντέδρασε ενοχλημένη, όπως και όταν της χάιδευε απαλά το χέρι που άλλαζε τις ταχύτητες. Μάλιστα, τις άλλαζε με το άλλο χέρι, λες και ήθελε να μην διακόψει τα χάδια του. Έτσι πέρασαν και οι τρεις ώρες τους στην καφετέρια. Μίλησαν για μουσική, για βιβλία, ταινίες, για τη ζωή του καθένας… Εκείνη δε χόρταινε να ρωτάει και αυτός να της μιλάει. Εκείνη ήθελε να ξαναδεί την ταινία «Ο Μισισιπής φλέγεται», και της είπε ότι την είχε και θα την έβλεπαν αγκαλιά. Έτσι ήταν η συνάντησή τους. Φεύγοντας κράτησε για λίγο το χέρι της ενώ περπατούσαν, α, μα ήταν σχεδόν μεθυσμένος από ευτυχία! Στο δρόμο τής ζήτησε να σταματήσουν για ένα φιλί, κι εκείνη αρνήθηκε. Ήταν τα πρώτα τσιμπήματα στην καρδιά του. Πλησιάζοντας στη στάση του Μετρό, όπου θα τον άφηνε, την ρώτησε πότε θα ήθελε να συναντηθούν.

«Again?» είπε αυτή. Τότε σκοτείνιασαν όλα… «Ξανά;» Η φωνή της είχε την έκπληξη σαν να της ζητούσε το πιο αφύσικο πράγμα στον κόσμο. Έκανε πως δεν το κατάλαβε, γιατί την είχε ήδη ερωτευθεί… Έμειναν για λίγο στη στάση με τη μηχανή αναμμένη. Τότε αυτή του φανέρωσε ότι τη σόκαρε το γεγονός πως την φίλησε στο πρώτο ραντεβού. Δεν διαφώνησε και της ζήτησε συγνώμη. Της είπε, μάλιστα, ότι είναι πρόθυμος να του μάθει τα βήματά της, αρκεί να χόρευαν μαζί. Έφτασε στο σπίτι του στις τρεις τα ξημερώματα και κάθισε ολομόναχος να καπνίσει ένα τσιγάρο. Ήξερε πως όλα ειχαν τελειώσει…

Ακολούθησαν κάποια διακριτικά μηνύματά του τις άλλες μέρες, δικαιολογίες και υπεκφυγές εκ μέρους της. Ύστερα από μια εβδομάδα ξαναμίλησαν στο fb. Εκεί του είπε ότι η διαχυτικότητά του γκρέμισε όλη τη μαγεία που ένιωθε γι’ αυτόν. Επειδή Εκείνη θα έφευγε για ένα μεγάλο ταξίδι, η προοπτική συνάντησης σύντομα ήταν αδύνατη. Έτσι, για τα προσχήματα, την ρώτησε αν θα μπορούσε να της τηλεφωνεί κάπου-κάπου, κι Εκείνη είπε «ναι». Όταν τέλειωσαν, αυτή ανέβασε δύο ξένα τραγούδια και σημείωσε κάποιους στίχους τους. «Έλα, πάρε με από εδώ και ταξίδεψέ με μακριά… Άρπαξέ με, κάψε με σαν φωτιά, σαν τρελή οδήγησέ με…» Η απόλυτη συντριβή του. Ήξερε ότι δεν ήταν για εκείνον. Έτσι ονειρευόταν αυτή τον έρωτα, τη στιγμή που την είχε σοκάρει το απλό, τρυφερό φιλί του…

Δεν δυσκολεύτηκε να τον διώξει από τη ζωή της, κι αυτός δεν τη δυσκόλεψε με τη στάση του. Ύστερα από αρκετές μέρες την είδε στο παράθυρο συνομιλητών. Δεν του μίλησε, δεν του έστειλε τίποτα… Σε λίγο έβγαλε στον Τοίχο της «Χάνομαι… κι εσύ απλά κοιτάς…» Ένιωσε παράξενα. Ήξερε ότι κι Εκείνη έβλεπε πως ήταν διαθέσιμος για συνομιλία. Σκέφτηκε, προς στιγμήν, να σχολιάσει την κραυγή της, αλλά δεν το έκανε. Ήταν πια βέβαιος ότι δεν ήταν για αυτόν η κραυγή της βοήθειας. Ποιας βοήθειας δηλαδή…, μάλλον διασκέδαζε μαζί του με ένα τραγούδι της Πέγκυ Ζήνα, αλλά αυτός δεν το γνώριζε.

Ύστερα από λίγες μέρες ήταν που συναντηθήκαμε και πήγαμε για καφέ. Άνοιξε την καρδιά του και ζήτησε τη γνώμη μου. Τι να του έλεγα; Ότι μια γυναίκα με τα μισά του χρόνια δε θα τον αγαπούσε για τις ποιητικές ευαισθησίες του; Του πλήρωσα τον πικρό καφέ που ήπιε. Ένιωθε προδομένος από τα αισθήματά του, που τον έκαναν να πιστέψει ότι κι Εκείνη αισθανόταν το ίδιο γι’ αυτόν. Τότε του είπα ότι όχι απλά προδόθηκε, αλλά ότι βρέθηκε παγιδευμένος. Θέλησε να φέρει κάποια αντίρρηση.

«Μα περάσαμε τρεις ώρες μοναδικές…»

Γέλασα. «Ακόμα καίει η φωτιά μέσα σου; Αφού την ενόχλησε το φιλί σου, γιατί δεν στο είπε στην τρίωρη συζήτησή σας και φερόταν σαν να μη συνέβη τίποτα;»

«Γιατί;» ρώτησε και στα μάτια του έπαιζε μια μικρή λάμψη ελπίδας.

«Γιατί ήθελε να δει το κύρος σου σαν συγγραφέα. Κι εσύ θα της είπες την αλήθεια, βέβαια!»

«Μα δε θα μπορούσα ποτέ να της πω ψέματα… Δε φταίει Εκείνη, εγώ φταίω που βιάστηκα να πιστέψω αυτά που ήθελε η καρδιά μου», είπε αποσβολωμένος.

Δεν ήξερε ο φίλος ότι η παγίδα ήταν διπλή! Νομίζω ότι χωρίς να το θέλω, εγώ του έδωσα τη χαριστική βολή όταν του είπα πως δεν είχε παγιδευτεί μόνο από την καρδιά του, αλλά και από την εικόνα που είχε σχηματίσει Εκείνη γι’ αυτόν. Είναι σίγουρο ότι την συνάρπασε η προσωπικότητά του μέσα από την πολύωρη επικοινωνία τους. Αλλά όταν στη συνάντησή τους είδε και διαπίστωσε πως δεν είχε ούτε το αυτοκίνητο ενός επιτυχημένου Έλληνα μεσήλικα, ούτε την δόξα και την προβολή του συγγραφέα των ΜΜΕ, τότε γκρεμίστηκε όλη η μαγεία του στα μάτια της…

Του ξεκαθάρισα την κατάσταση: «Δεν είσαι πλούσιος, δεν είσαι διάσημος, ποιος νοιάζεται για τα φτωχά σου αισθήματα;»

Όταν το άκουσε, σηκώθηκε και έφυγε αργά-αργά μόνος του χωρίς να κοιτάξει πίσω...

ΒΑΛΗ ΤΣΙΡΩΝΗ /// ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ





Κολάζ : Aσημίνα  Ξηρογιάννη



Κατοικώ μες τις λεπίδες των κυπαρισσιών
Ετσι είπα, να θερίσω λέξεις…
Δεν μπορώ να ραγίσω το πέλαγο
Γεμίζω μόνο με επιείκεια το εύθραυστο…
Ο άνεμος κροταλίζει αναπνέοντας
Μασουλώντας τα κύματα στις χάλκινες ακτές..
Ιδού η ναρκωμένη παρησσία της ύπαρξης
Αποστεωμένη θάλασσα
Πλαγιάζει σε ένα αμπάρι νωθρότητας
Σαν λόγχη…
Θα ξεντυθεί τα στοιβαγμένα χαλίκια η μέρα
Σταθήκαμε τυχεροί
δεν υπάρχουν ανάκατες θάλασσες
υπογραμμισμένες αισθήσεις κυμάτων κομπιάζουν..
Αμοίραστες λεχώνες υπερβάσεων οι σκέψεις
ανελέητα απορημένοι παφλασμοί μεσα στις φούχτες μας..
Κι η βροχή σιγανη
με ρόδα όνειρα
νανούρισμα-καληνυχτα..


********


Αλητεύει η παλάμη στους καθρέφτες της πόλης…
Τι βαθιά η χειραψία της ησυχίας…
Ομίχλη στην πόλη οι άνθρωποι
γενναία σμήνη ακροάσεων στο τρύπιο φλασκί της αντοχής..
Στον αφαλό των δρόμων
εισιτήρια με αποτυπώματα χαμένων φίλων
φουσκώνουν τη ζύμη από τις ανάσες των πάρκων..
Μες το προζύμι των διαβάσεων
χαραγμένοι οι έρωτες
διαγράφουν οριζόντια τους δρόμους
τις διαχωριστικές των λεωφόρων καταργώντας..
Με υψωμένες ελπίδες ,στις αστραπές των τραμ
στα δρομολόγια των επιφάσεων
σε κάθε οδό
φαρδιές ομπρέλες οι λεμονιές
ανελέητα τσουλούφια ειλικρίνειας
χαράζουν συνοικίες περιφράσεων..
Και μια παρέα καθισμένη στους ήχους
στην έξοδο των γεμάτων λυγμούς δειλινών
στεγνώνει τους δράκους της πόλης ..
Αναλυτικά περιφέροντας τη ζωή
παράλληλα στα σχηματισμένα ηφαίστεια των λαμπτήρων
λιάζεται ο όρθρος της μέρας…
Χορτάτοι οδυρμοί τα σώματα
μες τα κελύφη των συνάξεων στις αγορές…
Στο μποτιλιάρισματων ονομάτων
μια αθώωση μουσκεμένη μες την πόλη…
Εκείνο το «ενοικιάζεται» στους ήχους…

******