Translate

ANΘΟΛΟΓΙΑ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ



Αγαπητοί φίλοι, το varelaki ανοίγει μια νέα σελίδα ,η οποία θα αφορά μια ανθολογία σε εξέλιξη με θέμα <ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ>.Συλλέγουμε ποιήματα που έχουν ως θεματική τους το θέατρο,τη μάσκα,το δράμα,τη δραματουργία ή αναφέρονται σε θεατρικά έργα και δημιουργούς,καθώς και  άλλα  που σχετίζονται  γενικά με τη θεατρική διαδικασία και  το γίγνεσθαι της τέχνης του θεάτρου.Ακόμα θα συμπεριληφθούν  ποιήματα που ΔΕΝ έχουν μετωπική αναφορά στο θέατρο και σε όσα προαναφέρθηκαν ,αλλά διαθέτουν μια θεατρικότητα στη γραφή τους!Θα υπάρχουν πιθανότατα και σχετικά συνοδευτικά κείμενα. 
Έχουν συγκεντρωθεί ήδη κάποια ποιήματα ,αλλά η αναζήτηση συνεχίζεται  με σθένος.Οπότε η σελίδα θα εμπλουτίζεται  με νέο υλικό σε βάθος χρόνου.Θα περιλαμβάνει ποιήματα  ελλήνων και ξένων δημιουργών,παλαιότερων,κλασικών,συγχρόνων .Επειδή αγαπάμε και τις δύο τέχνες,διερευνούμε  τον έντεχνο συσχετισμό τους,το <πάντρεμά> τους ,μέσα  στα πλαίσια της ποιητικής διαδικασίας.Η συλλογή του υλικού  δεν είναι πάντα εύκολη διαδικασία.Αντίθετα ,είναι σκληρή και χρονοβόρα,αλλά πιστεύουμε ότι αξίζει τον κόπο.





Επιμέλεια :Aσημίνα Ξηρογιάννη
                  Θεατρολόγος -Συγγραφέας


*********


Κ.Π.ΚΑΦΑΒΗΣ


ΣΤΟ   ΘΕΑΤΡΟ


Βαρέθηκα να βλέπω την σκηνή,
και σήκωσα τα μάτια μου στα θεωρεία.
Και μέσα σ΄ενα θεωρείο είδα σένα
με την παράξενη εμορφιά σου και τα διεφθαρμένα νιάτα.
Κι αμέσως γύρισαν στο νου μου πίσω
όσα με είπανε το απόγευμα για σένα,
κι η σκέψις και το σώμα μου συγκινηθήκαν.
Κι ενώ κοίταζα γοητευμένος
την κουρασμένη σου εμορφιά,τα κουρασμένα νιάτα,
το ντύσιμό σου το εκλεκτικό,
σε φανταζόμουν και σε εικόνιζα,
καθώς με είπανε το απόγευμα για σένα.

[Α55,1904]

Κρυμμένα ποιήματα[1877;-1923],
φιλολογική επιμέλεια Γ.Π.Σαββίδη,Εκδόσεις ΄Ικαρος.


ΘΕΑΤΡΟΝ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ(400μ.χ)

Πολίτου εντίμου υιός-προ πάντων ,ευειδής
έφηβος του θεάτρου ,ποικίλος αρεστός,
ενίοτε συνθέτω εν γλώσσα ελληνική
λίαν ευτόλμους στίχους,που τους κυκλοφορώ
πολύ κρυφά,εννοείται-θεοί!να μην τους δουν
οι τα φαιά φορούντες,περί ηθικής λαλούντες-
στίχους της ηδονής της εκλεκτής,που πιαίνει
προς άγονην αγάπη κι αποδοκιμασμένη.


ΘΕΑΤΗΣ ΔΥΣΑΡΕΣΤΗΜΕΝΟΣ

<Απέρχομαι,απέρχομαι.Μη κράτει με.
  της αηδίας και ανίας είμαι θύμα>.
<Πλην μειν΄ολίγον χάριν του Μενάνδρου.Κρίμα τόσον να στερηθείς>.
<Υβρίζεις,άτιμε.

>Μένανδρος είναι ταύτα τα λογίδια,
άξεστοι στίχοι και παιδαριώδες ρήμα;
 ΄Αφες ν΄απέλθω του θεάτρου παραχρήμα
  και λυτρωθείς να στρέψω εις τα ίδια.

>Της Ρώμης ο αήρ σ΄έφθειρεν εντελώς.
 Αντί να κατακρίνεις επαινείς δειλώς
  κι επευφημείς τον βάρβαρον-πώς λέγεται;

>Γαβρέντιος,Τερέντιος;-όστις απλώς
  δια Λατίνων ατελλάνας ων καλός,
  την δόξαν του Μενάνδρου μας ορέγεται>.


      NEOI THΣ ΣΙΔΩΝΟΣ(400 Μ.Χ.)

  Ο ηθοποιός που έφεραν για να τους διασκεδάσει
  απήγγειλε και μερικά επιγράμματα εκλεκτά.

  Η αίθουσα άνοιγε στον κήπο επάνω
  κι είχε μια ελαφρά αυωδία ανθέων
  που ενώνονταν με τα μυρωδικά
  των πέντε αρωματισμένων Σιδωνίων νέων.

  Διαβάστηκαν  Μελέαγρος και Κριναγόρας και Ριανός.
  Μα σαν απήγγειλεν ο ηθοποιός,
  <<Αισχύλος Ευφορίωνος  Αθηναίον τόδε κεύθει->>
  (τονίζοντας ίσως υπέρ το δέον
  το <<αλκήν δ΄ευδόκιμον>>,το <<Μαραθώνιον άλσος>>),
 πετάχθηκεν ευθύς ένα παιδί ζωηρό,
  φανατικό για γράμματα και φώναξε.

  <<Α δεν μ΄αρέσει το τετράστιχον αυτό.
   Εκφράσεις τοιούτου είδους μοιάζουν σαν λιποψυχίες.
   Δώσε-κηρύττω-στο έργον σου  όλην την δύναμί σου,
   όλην την μέριμνα,και πάλι το έργον σου θυμήσου
   μές στη δοκιμασίαν,ή όταν η ώρα σου πια γέρνει.
   Έτσι από σένα περιμένω κι απαιτώ.
   Κι όχι άπ΄ τον νου σου ολότελα να βγάλεις
   της Τραγωδίας  τον Λόγο τον  λαμπρό_-
   τί Αγαμέμνονα,τί Προμηθέα θαυμαστό,
   τί Ορέστου,τί Κασσάνδρας παρουσίες,
   τί Επτά επί Θήβας-και για μνήμη σου να βάλεις
   μ ό ν ο που μες στων ουρανών τες τάξεις,τον σωρό
   πολέμησες και συ τον Δάτι και τον Αρταφέρνη.>>


Ο Oιδίπους

Εγράφη έπειτα από ανάγνωσιν περιγραφής της ζωγραφιάς


«Ο Οιδίπους και η Σφιγξ» του Γουστάβου Μορώ.)

 



Επάνω του η Σφιγξ είναι πεσμένη

με δόντια και με νύχια τεντωμένα

και μ’ όλην της ζωής την αγριάδα.

Ο Οιδίπους έπεσε στην πρώτη ορμή της,

τον τρόμαξεν η πρώτη εμφάνισή της —

τέτοια μορφή και τέτοιαν ομιλία

δεν είχε φαντασθή ποτέ έως τότε.

Μα μ’ όλο που ακκουμπά τα δυο του πόδια

το τέρας στου Οιδίποδος το στήθος,

συνήλθε εκείνος γρήγορα — και διόλου

τώρα δεν την φοβάται πια, γιατί έχει

την λύσιν έτοιμη και θα νικήση.

Κι’ όμως δεν χαίρεται γι’ αυτήν την νίκη.

Το βλέμμα του μελαγχολία γεμάτο

την Σφίγγα δεν κυττάζει, βλέπει πέρα

τον δρόμο τον στενό που πάει στας Θήβας,

και που στον Κολωνό θ’ αποτελειώση.

Και καθαρά προαισθάνεται η ψυχή του

που η Σφιγξ εκεί θα τον μιλήση πάλι

με δυσκολώτερα και πιο μεγάλα
αινίγματα που απάντησι δεν έχουν.

(Πηγή: Κ. Π. Καβάφης, Άπαντα ποιητικά, εκδ. ύψιλον/βιβλία)



Aκολουθεί ένα ακόμα ποίημα που Καβάφη που χαρακτηρίζεται από μεγάλη θεατρικότητα:



«Ἀπολείπειν ὁ Θεός Ἀντώνιον»

Σάν ἔξαφνα, ὥρα μεσάνυχτ’, ἀκουσθεί
ἀόρατος θίασος νά περνᾶ
μέ μουσικές ἐξαίσιες, μέ φωνές –
τήν τύχη σου πού ἐνδίδει πιά, τά ἔργα σου
πού ἀπέτυχαν, τά σχέδια τῆς ζωῆς σου
πού βγῆκαν ὅλα πλάνες, μή ἀνωφέλετα θρηνήσεις.
Σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό, σά θαρραλέος,
ἀποχαιρέτα την, τήν Ἀλεξάνδρεια πού φεύγει.
Προ πάντων νά μή γελασθεῖς, μήν πεῖς πως ἦταν
ἕνα ὄνειρο, πώς ἀπατήθηκεν ἡ ἀκοή σου∙
μάταιες ἐλπίδες τέτοιες μήν καταδεχθεῖς.
Σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό, σά θαρραλέος,
σάν που ταιριάζει σε πού ἀξιώθηκες μιά τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά πρός τό παράθυρο,
κι ἄκουσε μέ συγκίνησιν, ἀλλ’ ὄχι
με τῶν δειλῶν τά παρακάλια και παράπονα,
ὡς τελευταία ἀπόλαυσι τούς ἤχους,
τά ἐξαίσια ὄργανα τοῦ μυστικοῦ θιάσου,
κι ἀποχαιρέτα την, τήν Ἀλεξάνδρεια πού χάνεις.




[1911]


Γιώργος Σεφέρης

Θεατρίνοι, Μ. Α.

Στήνουμε θέατρα καὶ τὰ χαλνοῦμε
ὅπου σταθοῦμε κι ὅπου βρεθοῦμε
στήνουμε θέατρα καὶ σκηνικά,
ὅμως ἡ μοίρα μας πάντα νικᾶ.
Καὶ τὰ σαρώνει καὶ μᾶς σαρώνει
καὶ τοὺς θεατρίνους καὶ τὸ θεατρώνη
ὑποβολέα καὶ μουσικοὺς
στοὺς πέντε ἀνέμους τοὺς βιαστικούς.
Σάρκες, λινάτσες, ξύλα, φτιασίδια,
ρίμες αἰσθήματα, πέπλα στολίδια,
μάσκες, λιογέρματα, γόοι καὶ κραυγὲς
κι ἐπιφωνήματα καὶ χαραυγὲς
ριγμένα ἀνάκατα μαζὶ μ᾿ ἐμᾶς
(πές μου ποῦ πᾶμε; πές μου ποῦ πᾶς;)
Πάνω ἀπ᾿ τὸ δέρμα μας γυμνὰ τὰ νεῦρα
σὰν τὶς λουρίδες ὀνάγρου ἢ ζέβρα
γυμνὰ κι ἀνάερα, στεγνὰ στὴν κάψα
(πότε μᾶς γέννησαν; πότε μᾶς θάψαν!)
Καὶ τεντωμένα σὰν τὶς χορδὲς
μιᾶς λύρας ποὺ ὁλοένα βουίζει. Δὲς
καὶ τὴν καρδιά μας ἕνα σφουγγάρι,
στὸ δρόμο σέρνεται καὶ στὸ παζάρι
πίνοντας τὸ αἷμα καὶ τὴ χολὴ
καὶ τοῦ τετράρχη καὶ τοῦ ληστῆ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου